Βοιώτιος

Βοιώτιος
3 беотийский

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Βοιώτιος" в других словарях:

  • βοιώτιος — βοιώτιος, α, ον (Α) 1. ο βοιωτικός 2. ο βλάκας 3. φρ. α) «βοιώτιον μέλος» άτεχνη μελωδία 6) «βοιώτιον ὗς» γουρούνι της Βοιωτίας, λαίμαργος, κοιλιόδουλος δ) «βοιώτιος νόμος» είδος κιθαρωδικής μελωδίας …   Dictionary of Greek

  • Βοιώτιος — a Boeotian masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίων — Βοιώτιος a Boeotian fem gen pl Βοιώτιος a Boeotian masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίως — Βοιώτιος a Boeotian adverbial Βοιώτιος a Boeotian masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιώτιον — Βοιώτιος a Boeotian masc acc sg Βοιώτιος a Boeotian neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίαις — Βοιώτιος a Boeotian fem dat pl Βοιωτία a Boeotian fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίδα — Βοιώτιος a Boeotian fem acc sg Βοιωτίς a Boeotian fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίδας — Βοιώτιος a Boeotian fem acc pl Βοιωτίς a Boeotian fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίδες — Βοιώτιος a Boeotian fem nom/voc pl Βοιωτίς a Boeotian fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίδι — Βοιώτιος a Boeotian fem dat sg Βοιωτίς a Boeotian fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοιωτίδος — Βοιώτιος a Boeotian fem gen sg Βοιωτίς a Boeotian fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»